| Η αγορά forex, ή αλλιώς αγορά συναλλάγματος (foreign exchange), είναι μια παγκόσμια αγορά για την συναλλαγή συναλλάγματος. Είναι αποκεντρωμένη και άμεση: αν ένας τουρίστας στο Τόκυο αγοράσει με Γιέν δολάρια ΗΠΑ, πραγματοποιεί μια συναλλαγή στην αγορά συναλλάγματος – όπως επίσης και μια πολυεθνική εταιρεία όταν ανταλλάσσει εκατομμύρια Ευρώ με Στερλίνες. Επομένως, η αγορά είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο με αξία συναλλαγών που συνεπάγεται μεγάλη ρευστότητα· είναι επίσης ανοιχτή 24 ώρες την ημέρα, με εξαίρεση τα σαββατοκύριακα. Πολλοί συμμετέχοντες στην αγορά ενδιαφέρονται να ανταλλάξουν ένα ξένο νόμισμα με το δικό τους, όπως εταιρείες που θέλουν να πληρώσουν μισθούς σε άλλες χώρες από την χώρα όπου πουλάνε το προϊόν τους. Αλλά ένα μεγάλο μέρος της αγοράς αποτελείται από συναλλασσόμενους λιανικής, που εκτιμούν τις κινήσεις του συναλλάγματος – όπως όσοι αγοράζουν και πωλούν μετοχές στο χρηματιστήριο. Οι διακυμάνσεις στις τιμές συναλλάγματος πυροδοτούνται από παγκόσμιες μακροοικονομικές συνθήκες και γεγονότα, και τις εκτιμήσεις των χρηματιστών που προηγούνται, όπως επίσης και από την ροή χρήματος. Η αγορά ελκύει ιδιώτες επενδυτές καθώς η ευμεταβλητότητά της προσφέρει ευκαιρίες για κέρδη (και ζημιές φυσικά), ενώ υπάρχουν τα βασικά εργαλεία για την διαχείριση της έκθεσης στο κίνδυνο. Ένα ακόμα στοιχείο που καθιστά την αγορά ελκυστική, είναι ότι οι χρηματομεσίτες συναλλάγματος επιτρέπουν στους επενδυτές να επηρέασουν την δραστηριότητά τους με χαμηλές απαιτήσεις περιθωρίων κέρδους. Στην αγορά συναλλάγματος, τα νομίσματα συναλλάσσονται σε "ζεύγη", που είναι οι τιμές της σχετικής αξίας μιας μονάδας νομίσματος, του νομίσματος “βάσης”, σε σχέση με ένα άλλο νόμισμα, το νόμισμα "μέτρησης". Αυτά συνήθως καταγράφονται χρησιμοποιώντας τους διεθνείς κωδικούς των νομισμάτων που αποτελούνται από τρία γράμματα, με το νόμισμα βάσης να είναι πρώτο· για παράδειγμα EUR/USD σημαίνει την σχέση του Ευρώ με το δολάριο ΗΠΑ. Όπως σε κάθε αγορά, υπάρχει διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και πώλησης στην αγορά συναλλάγματος, που είναι γνωστή ως διαφορά (spread) προσφοράς/ζήτησης. Αυτή καταγράφεται σε μονάδες, την μικρότερη δυνατή μεταβολή τιμής που δυνατή – που συνήθως είναι 1/100 της ποσοστιαίας μονάδας. Στις αγορές των μεγάλων νομισμάτων η διαφορά μεταξύ της τιμής όπου ένας αγοραστής θα αγοράσει (τιμή ζήτησης) από ένα πελάτη και της τιμής που ο πωλητής θα πουλήσει (τιμή προσφοράς), είναι μεταξύ μιας και τριών μονάδων. Η αγορά διακρίνεται σε τρία επίπεδα πρόσβασης: στην κορυφή βρίσκεται η διατραπεζική αγορά, που αποτελείται από τις μεγαλύτερες εμπορικές τράπεζες και τους χρηματιστές ασφαλειών (securities)· αυτές συνήθως λαμβάνουν σημαντικές διαφορές. Οι μικρότερες τράπεζες και οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες είναι στη δεύτερη κατηγορία και ακολουθούνται από κερδοσκοπικά κεφάλαια και εταιρείες διαχείρισης επενδύσεων. Οι χρηματιστές λιανικής, που έπονται, συμμετέχουν έμμεσα μέσω των χρηματομεσιτών ή των τραπεζών και αποτελούν ένα αυξανόμενο μερίδιο της αγοράς λόγω της σχετικής ευκολίας της συναλλαγής μέσω του ίντερνετ. |